ἀρτίπος
πουν, ποδος, ὁ
I.
(ἄρτιος, πούς) sound of foot, ὁ μὲν καλός τε καὶ ἀρτίπος, opp. χωλός, Od. 8.31c, cf. Hdt. 3.130, Them. Or. 21.255c.
2.
generally, strong or swift of foot, ἡ δ’ Ἄτη σθεναρή τε καὶ ἀρτίπος Il. 9.505; ἀρτίποδες καὶ ἀρτίχειρες Pl. Lg. 795d.
II.
(ἄρτι, πούς) coming just in time, S. Tr. 58.