ἀριπρεπής
ές, Adv.
A.
very distin guished, ὡς καὶ σοὶ εἶδος μὲν ἀριπρεπές Od. 8.176; δότε δὴ καὶ τόνδε γενέσθαι . . ἀριπρεπέα Τρώεσσιν Il. 6.477; ἵππον ἀ. προὔχοντα 23.453; ἀ. βασιλῆες Od. 8.390.
2.
of things, very bright, ἔχε δ’ αἰγίδα . . ἀριπρεπέα Il. 15.309; ἄστρα . . φαίνετ’ ἀ. 8.556; ὄρμοι Lyr.Alex.Adesp. 9.3; of a mountain, conspicuous, Νήριτον ἀ. Od. 9.22; ἀ. εἶδος ἔχουσα Orph. Fr. 114: Comp., Them. Or. 18.223b.
3.
famous, σκῆπτρον Orph. Fr. 102. Adv. ‐πῶς, Ion. ‐πέως IG 7.1684 (Plataea), etc.