ἀρίζηλος
ον, η, ον, δ, ηλος, δε, αλος, Adv.
A.
‐ζηλος IG 9(1).270), also η, ον, v. infr.:—Ep. for ἀρίδηλος(‐ζηλος from δ y ηλος, cf. δῆλος from δε y αλος and δέατο), conspicuous, of lightning, ἀρίζηλοι δέ οἱ αὐγαί Il. 13.244, cf. Pi. O. 2.61, S. lchn. 72; of sound, ὡς δ’ ὅτ’ ἀριζήλη φωνή Il. 18.219; of persons whom all admire, ὥς τε θεώ περ ἀμφὶς ἀριζήλω ib.519, AP 4.1.3 (Mel.), etc.; ῥεῖα δ’ ἀρίζηλον μινύθει καὶ ἄδηλον ἀέξει Hes. Op. 6. Adv. ἀριζήλως, εἰρημένα a plain tale, Od. 12.453.
II.
Dor. ἀρίζαλος(ζῆλος), = sq., Call. Epigr. 52, Hsch.s.v.ἀρι‐.