Αργος
εος, τό
A.
Ἄ. Ἀχαιϊκόν Il. 9.141; Ἄ. Πελασγικόν 2.681, etc.; ἄργος = πεδίον acc. to Str. 8.6.9, cf. Dionys. Epic. ap. St.Byz. s.v. Δ ώτιον, Call. Fr. 45:—hence Adjs. Ἀργεῖος, Ἀργολίς, Ἀργολικός, qq.v.: Ἀργόλας, ὁ, E. Rh. 41 (lyr.), Ar. Fr. 298.