ψυκτικός
ή, όν
A.
= ψυκτήριος, cooling, τὰ ψ. refrigerants, Hp. Aph. 7.37; ψ. δύναμις, opp. θερμαντική, Epicur. Fr. 60; ψ. φασὶν εἶναι τὸν οἶνον ib.59, cf. Plu. 2.652f, 691b (Sup.), etc.
II.
bringing difficulty (cf. ψῦξις 111), embarrassing, ὁ χρόνος ἔσται ‐κὸς εἰς πάντα Heph.Astr. 2.29.