ψίζω
A.
feed on pap, = ψωμίζω (Eust. 1631.43, Phot., etc.), or = ποτίζω (Orion Lex.col.168); λευκῷ σ’ ἔψισα γάλακτι (Meineke for ἔψησα) Euph. 92:—Med., chew, ψίσεται πύρνον γνάθῳ Lyc. 639:—Pass., to be fed, ἐξ ὑμέων ἐψισμένον (sc. βρέφος) AP 9.302 (Antip.).