χύμωσις

εως, ἡ
A. = χύλωσις, ἀποτυχία χυλοποιήσεως καὶ χυμώσεως καὶ τῆς τέψεως Steph. in Hp. 1.154D.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project