φύζα

A. s.v. φόβος:—headlong flight, rout, φύζα, φόβον κρυόεντος ἑταίρη Il. 9.2, cf. 14.140; ἀνάλκιδα φύζαν ἐνόρσας 15.62; θάνατον καὶ φ. ἑταίρων 17.381; ἐν δὲ Ζεὺς . . φύζαν ἐμοῖς ἑτάροισι κακὴν βάλεν Od. 14.269.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project