φύγαδε

Adv.

φυγή

A. to flight, φύγαδε τράπε μώνυχας ἵππους Il. 8.157, cf. 257; φύγαδ’ αὖτις ὑποστρέψας 11.446; ἄλλοι φ. μνώοντο ἕκαστος 16.697.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project