φιλοχρήματος
ον, Adv.
A.
loving money, And. 4.32, Pl. Phd. 68c, 82c, etc.; ὁ φ. Id. R. 549b, Hierocl. in CA 2p.422M.; φ. καὶ χρηματισταὶ οἱ ἐν ταῖς ἀρχαῖς Arist. Pol. 1316a40 (s. v. l.); τὸ φ., = φιλοχρηματία, Pl. R. 436a: Comp. ‐ώτερος X. Smp. 4.45: Sup. ‐ώτατος D.S. 1.94. Adv., φιλοχρημάτ‐τως ἔχειν, = φιλοχρηματεῖν, Isoc. 1.23.