φιλόνικος

ον, Adv.
A. fond of victory, contentious.
1. in bad sense, οὔτε δύσηρις ἐὼν οὔτ’ ὦν φ. ἄγαν Pi. O. 6.19 (‐νεικ‐ codd. vett.); φ. ἐστι πρὸς ὃ ἂν ὁρμήσῃ Pl. Prt. 336e; coupled with φιλότιμος, Id. R. 545a, 582e (v.l. ‐νεικ‐), cf. 550b; ἐπίπονον καὶ φ. καὶ φιλότιμον . . καταστήσας τὸν βίον Lys. 2.16.
2. in good sense, of spirited horses, X. Eq. 9.8 (Sup.): of persons, φ. πρὸς τὸ μὴ ἐλλείπεσθαι Id. Mem. 2.6.5, cf. Plu. Ages. 2 (Sup.); τὸ φ., = φιλονικία, ἔσῳζον τὸ φ. ἐν ταῖς ψυχαῖς X. Cyr. 7.5.64. Adv. ‐κως in eager rivalry, παραθεῖν Id. Cyn. 6.16; φ. ἔχειν πρὸς ἀλλήλους Id. Cyr. 3.3.57, 8.4.4; φ. ἔχειν πρὸς τὸ εἰδέναι Pl. Grg. 505e; opp. ἀνθρωπίνως, D. Ep. 3.41. (In codd. the forms φιλόνικος, ‐νικέω, ‐νικία and φιλόνεικος, ‐νεικέω, ‐νεικία occur, without any distn. of meaning, e.g. in Isoc. we find περὶ τῶν καλλίστων ἐφιλονίκησαν 4.85, but τὰς θεὰς περὶ τοῦ κάλλους φιλονεικούσας 10.48; μὴ δύσερις ὢν . . , μηδὲ πρὸς πάντας φιλόνικος 1.31; τῆς πρὸς ἡμᾶς φιλονικίας 4.19, but φιλονεικία in the same sense, 12.158; φιλόνικος is implied by Arist. Rh. 1389a12 (where ‐νεικ‐, though found in good codd., as also in 1363b1, 1368b21, 1370b33, Phgn. 809b35, must be f.l.), καὶ φιλότιμοι μέν εἰσι [οἱ νέοι], μᾶλλον δὲ
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project