φειδώ

όος, οῦς
A. sparing, vεκύων Il. 7.409; βίου E. Fr. 438 (dub.); ἄνευ παντὸς οἴκτου καὶ φειδοῦς LXX Es. 3.13; οὔτε φ. τῶν παίδων οὔτ’ ἔλεον ἔσχον D.H. 8.79 (but τῆς αἰδοῦς ὀλίγην ποιήσασθαι φειδώ consideration for . . , S.E. M. 2.27); φειδὼς (sic cod. P) τῶν παραδειγμάτων ἔστω Longin. 22.4; ὀπώρας φ. ἔστω Orib. Fr. 55; φ. τις ἐγίγνετο . . μὴ προαναλωθῆναι (sc. τὴν εὐπραγίαν) Th. 7.81.
II. abs., thrift, sparing, κτήματα δαρδάπτουσιν ὑπέρβιον, οὐδ’ ἔπι φειδώ Od. 14.92, cf. 16.315, Hes. Op. 369; φ. καὶ λιμός Democr. 229; φ. πονηρά E. Fr. 407; opp. ἀσωτία, Arist. Rh. 1390b1.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project