τριχῆ
Adv.
A.
τρίχα, τριχῇ δασάμενος τὴν πόλιν Hdt. 3.39 (though he also uses τρίχα, q. v.); τ. διείλοντο τὰς βασιλείας Isoc. 6.21, cf. Pl. Phdr. 253c, Str. 17.3.1; τ. διαστήσασθαι τῷ λόγῳ πόλιν, διανεῖμαι τὸ στράτευμα, Pl. R. 564c, Lg. 683d; τοὺς τοξότας τ. ἐποιήσαντο X. An. 4.8.15; νενεμημένων τῶν ἀγαθῶν τ. Arist. EN 1098b13.
II.
in three ways, triply, Pl. Cri. 51e, Arr. Tact. 23.1; τ. διαστατός of three dimensions, S.E. P. 2.30, Plot. 6.1.26, cf. 2.1.6.