τρίφυλλος

ον
A. three-leaved, λωτός Dsc. 4.111; βοτάνη Hsch. s.v. βάλαρις.
II. τρίφυλλα· πολύφυλλα, καὶ πόα δέ τις Μηδικὴ οὕτω καλουμένη, Id.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project