τρίζυγος
η, ον, υγος, ὁ
A.
three-yoked, three in union, Χαρίτων τριζύγων S. Fr. 545; τρίζυγοι θεαί E. Hel. 357 (lyr.); τριζυγέες Χάριτες AP 11.27 (Maced.); also τρίζυγες κασίγνητοι ib.6.181 (Arch.).
2.
triple, τριζύγης οἵμου βάσιν S. Ichn. l. c.; τρίζυγον ἑβδομάδα Supp.Epigr. 3.216 (Attica, ii/i B. C.).