τραυμάτισμαι
A.
ἐτραυματίσθην E. Fr. 705:— wound, Hdt. 1.59, al., E. Ba. 763, PPetr. 3p.59 (iii B. C.), BGU 1780.11 (i B. C.), Ev.Luc. 20.12, etc.:—Pass., Hdt. 9.61, al., Th. 4.35, etc.; τετραυματισμένον γὰρ ὡς κύων νεβρὸν . . ἐκμαστεύομεν A. Eu. 246; τραυματισθεὶς τολλά Th. 4.12.