τραῦμα
ατος, τό
A.
wound, hurt, ἀποθνῄσκειν ἐκ τῶν τ. Hdt. 2.63; τελευτᾶν ἐκ τοῦ τ. Id. 3.29; τραυμάτων ἐτύγχανεν A. Ag. 866; πολλὰ τραύματ’ ἐν στέρνοις λαβών Id. Fr. 362, cf. Plu. Pyrrh. 7; ὑφ’ ὧν πολλὰ τραύματ’ εἰληφώς D. 18.262; πολλὰ τραύματ’ ἔχων X. HG 4.3.20; τραύματα ὑπὸ τῶν πολεμίων τοσαῦτα ἔχων Id. Mem. 3.4.1; φέρειν, ποιεῖν, E. Or. 1487 (lyr.), Theoc. 19.6; τυπτέσθω ἄνευ τραυμάτων Pl. Lg. 845c; τὰ ἄνευ τραύματος κατάγματα Sor. 1.28; αἱ χωρὶς τραυμάτων αἱμορραγίαι Gal. 15.127; ἀδύνατον νεκρῶν τραύματα μύειν Arist. Fr. 167.
II.
of things, hurt, damage, as of ships, Hdt. 6.16, Plb. 16.4.12.
III.
in war, heavy blow, defeat, Hdt. 1.18, 4.160; τὸ ἐν Μαραθῶνι τ. γενόμενον Id. 6.132; τὸ τ. τὸ Αακωνικόν Id. 8.66.
IV.
ἡ τοῦ τ. γραφή an indictment for wounding (with intent to murder), Aeschin. 2.93; τραύματος ἐκ προνοίας γραφὰς γραφόμενος Id. 3.212, cf. Lys. 3.41; δίκαι τραύματος Arist. Ath. 57.3.