τακτός
ή, όν, Adv.
A.
ordered, prescribed, τακτόν τι παρὰ τοῦ Κύρου παραγγέλλων X. Cyr. 8.3.28; τ. ἀργύριον a fixed or stated sum, Th. 4.65; τ. χρήματα Pl. Lg. 746a; σῖτος τ. a fixed quantity of corn, Th. 4.16; τ. τροφὴν λαμβάνειν Pl. Lg. 909c, cf. Alex. 141.6; δίκαι τ. fixed penalties, Pl. Lg. 632b; ἐκφόριον τ. a fixed rent, PPetr. 3p.250 (iii B.C.); τ. ὁδός a prescribed way, D. 23.72; ἐν τ. ἡμέραις βουλεύεσθαι Aeschin. 2.109; ἐπὶ τὰ τ. ἔτη πέντε POxy. 101.10 (ii A.D.); κατά τινας χρόνους τ. Arist. HA 599b4. Adv. τακτῶς v.l. in Plot. 3.1.2.