σχενδυλόληπτοι

σχενδυλόληπτοι· ἐσχενδυλῆσθαι ἔλεγον τοὺς ἐν τοῦς ταύροις (sic) ἀπὸ τοῦ χαλκευτικοῦ ὀργάνου, ὃ σχενδύλη λέγεται, Hsch.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project