σχέθω

A. hold, πάροιθεν ἀσπίδας . . σχέθον αὐτοῦ Il. 14.428, cf. 4.113; ἀσπίδας . . σχέθ’ ἀπὸ ἕο 13.163; ἐπ’ ἀγκῶνος κεφαλὴν σχέθεν Od. 14.494; σχέθον ἔξω νῆα 10.95.
2. have, get, νόον σχέθε τόνδ’ ἐνὶ θυμῷ 14.490; Ἄργει τ’ ἔσχεθε κῦδος Pi. O. 9.88; τόλμαν σχεθεῖν A. Pr. 16; ἐν φρεσὶν καρδίαν σχεθών Id. Ch. 832 (lyr.) codd.; τεύξει . . , ὅσων παρ’ ἄλλων οὔποτ’ ἂν σχέθοις βροτῶν Id. Eu. 857, cf. Pi. O. 1.71; ἐκ μὲν Ἐριχθονίου . . ἔσχεθε κοῦρον had a child, S. Fr. 242 (hexam., prob an Epic fragment); ἐν φυλακᾷ σχεθέμεν τινά Pi. P. 4.75.
II. hold back, keep away or off, στεφάνη δόρυ οἱ σχέθε Il. 11.96, cf. 12.184; ἔσχεθεν ἱεμένους περ Od. 16.430; σχέθον ἵππους Il. 16.506; ἔσχεθον αὐδήν 19.418; σχεθέτω φόρμιγγα Od. 8.537; νύκτα σχέθεν 23.243; αἷμα ἔσχεθον staunched it, 19.458: c. gen., σχέθε δ’ ὄσσε γόοιο 4.758; ὅπως ἂν αὐτὰς ὕβρεως σχέθω Ar. Lys. 425, cf. Theoc. 22.96: c. part., ἐρέφοντα σχέθοι might stop him from wreathing, Pi. I. 4(3).54(72): c. inf., οὔτ’ ἂν Αἴαντος δόρυ μὴ πάντα πέρσαι . . σχέθοι E. Rh. 602.
III. abs., οὐδ’ ἄρ’ ὀχῆες ἐσχεθέτην did not hold, Il. 12.461.--Rare in Prose, Aret. CA 2.4.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project