σφυρήλατος
ον
A.
wrought with the hammer, σίδηρος, πέδαι, A. Th. 816, Pers. 747 (troch.).
2.
of statues, opp. to those of cast metal (χωνευτά(, εἰκὼ χρυσέην ς. ἐποιήσατο Hdt. 7.69; Παλλὰς χρυσῆ ς. AP 14.2, cf. Str. 8.6.20, D.S. 18.26, etc.; ς. οἷα κολοσσός Theoc. 22.47, cf. Epigr. ap. Phot. s.v. Κυψελιδῶν ἀνάθημα; ς. ἐν Ὀλυμπίᾳ στάθητι Pl. Phdr. 236b.
II.
metaph., wrought as of iron, ς. ἀνάγκαι Pi. Fr. 207; ς. φιλία Plu. 2.65b; ς. νοῦς, like Homer's πυκινὸς νόος, ib.408e,511b; ς. λόγος Luc. Dem.Enc. 14.