συσπεύδω

A. assist zealously, φιλεῖ δὲ τῷ κάμνοντι συσπεύδειν θεός A. Fr. 395; ς. Πανταλέοντι γενέσθαι τὴν ἀρχήν Hdt. 1.92; ς. ἡμῖν τοῦ μὴ ἀνοιχθῆναι τὴν παλαίστραν PSI 4.340.15 (iii B.C.); ς. Πολυνείκει τὴν κάθοδον Paus. 2.19.8; help in promoting, τὰ λοιπά PCair.Zen. 62(b).7 (iii B.C.); προῖκα πάντα Phld. Rh. 2.140S.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project