συρράσσω

A. dash together, fight with, ἄδηλον ὂν ὁπότε σφίσιν αὐτοῖς ξυρράξουσι Th. 8.96; ἀντιμέτωπος συνέρραξε τοῖς Θηβαίοις X. HG 4.3.19, cf. 7.5.16; ς. εἰς τὴν μάχην D.S. 16.4; of ships, Id. 20.51; of rivers, meet with a roar, Id. 17.97; τοῦ κουφοτάτου καὶ βαρυτάτου . . συρραξάντων διαμάχη Ph. 2.513.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project