συνταράσσω
A.
throw into confusion or disorder, σὺν δ’ ἵππους ἐτάραξε Il. 8.86; σὺν δ’ ἡμῖν δαῖτα ταρ. 1.579; τὴν κρήνην ς. καὶ συνέχωσαν Hdt. 9.49, cf. Arist. HA 596a1; ς. τὴν Ἑλλάδα Hdt. 3.138; τιμὰς τὰς ἐούσας ς. alter them, Id. 1.59; ς. πόλιν E. Heracl. 378 (lyr.), And. 1.68; πρὸς ἀλλήλας τὰς πόλεις Aeschin. 2.106; τὸ στρατόπεδον Isoc. 4.147; ς. ἅπαντα confound all arguments, Ar. Nu. 1037; τὰ πράγματα D. 24.44; τὴν εὐπρέπειαν Id. 61.12; ἑαυτούς Epicur. Sent. 37; τὰς αἰσθήσεις ib.24:—Pass., ξυντετάρακται αἰθὴρ πόντῳ air is confounded with sea, A. Pr. 1088 (anap.); to be thrown into confusion, of soldiers, Th. 7.81; of social order, συνταράσσονται πόλεις S. Ant. 1080, cf. E. IT 557, X. HG 3.4.7, etc.; ξυνταραχθέντος τοῦ βίου τῇ πόλει Th. 3.84; νόμοι πάντες ξυνεταράχθησαν all established customs were disturbed, Id. 2.52; ὁ τῆς πόλεως καὶ τῶν νόμων κόσμος D. 25.19; of plans, to be upset, Hdt. 5.65: metaph. of persons, to be confounded, troubled, τῷ θανάτῳ τοῦ παιδὸς συντεταραγμένος Id. 1.44; συνταραχθεὶς ὑπὸ νόσων Pl. Lg. 798a; τί συντετάραξαι; Ar. Lys. 7.
II.
c. acc. rei, ς. πόλεμον stir up war, Plb. 4.14.4, Plu. Arist. 20.