συνηρετέω
τινι
ξυνηρετίσεις· συνήσεις, συζυγήσεις
A.
work with, assist, befriend, τινι S. Aj. 1329 (as Lob. from Hsch. (ξυνηρετίσεις· συνήσεις, συζυγήσεις) for συνηρετμεῖν)ἆρ’ ὄλβος αὐτοῖς . . ξυνηρετεῖ; E. Fr. 776 (prob. cj. for συνηρεφεῖ codd. Stob.); ξ. τύχαις adapt oneself to . ., ib.282.7 (but κἀξυπηρετεῖν (codd. Gal.) may be right).