συνευπορέω
τινι
A.
contribute, c.acc., τριάκοντα μνᾶς ἐδεῖτό μου . . συνευπορῆσαι D. 33.6: abs., ς. ἐκ τῶν ἰδίων πρὸς τὴν κοινὴν σωτηρίαν Lycurg. 139.
2.
c. dat. pers. et gen. rei, contribute towards, ς. τινὶ προικός Is. 11.37; ς. ἐκείνῳ χρημάτων, αὐτῷ ἀναλωμάτων, D. 8.19, 59.72.
3.
generally, assist, help, τινι Din. 1.58; help in contriving, ς. ὅπως ἂν . . Plu. Lyc. 15.