συνεπισκοποῦμαι

A. join in examining, examine or consider together with, ἀλλά μοι τόδε συνεπίσκεψαι Pl. Hp.Ma. 296b; συνεπίσκεψαι μετ’ ἐμοῦ Id. Cra. 422c; ἐκ τῶν ἀπορουμένων λόγων συνεπισκεψάμενοι Arist. MM 1200b22; συνεπισκοπεῖν καὶ τὰ ὑπ’ ἐκείνου λεχθέντα Str. 8.3.23; ταῦτα συνεπισκόπει καὶ αὐτός Plu. 2.83e, cf. 714c; συνεπισκέψασθε ᾗ . . Pl. Ap. 27a.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project